Διασχίζοντας τη Πίνδο με Ducati, 36 χρόνια μετά τη πρώτη φορά

ΠΙΝΔΟΣ με DUCATI

36 χρόνια πριν

Τον Αύγουστο του 1983 στη ζηλευτή ηλικία των 24 χρόνων, μαζί με τον φίλο μου Βασίλη Χαρίτο διασχίσαμε την οροσειρά της Πίνδου με δυο μοτοσυκλέτες enduro φτάνοντας απ’ τη Ναύπακτο ως το Γράμμο, στα σύνορα με την Αλβανία,  οδηγώντας δε κατά το 90% από χωματόδρομους (όχι ότι είχαμε και πολλές άλλες επιλογές τότε σ’ αυτή τη διαδρομή). Είχαμε γράψει μάλιστα και ένα 6σέλιδο άρθρο στο περιοδικό Motorrad, μια και ήμασταν οι πρώτοι που κάναμε κάτι τέτοιο.

Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, η εμπειρία εκείνου του ταξιδιού στη Πίνδο ήταν μοναδική και έχει καταγραφεί ανάμεσα στις καλύτερες εκδρομές που έχω ποτέ κάνει στη ζωή μου. Οι ιστορίες και αφηγήσεις από εκείνη την εξόρμηση, μέσα στα χρόνια, μας ταξίδευαν πάντα στο παρελθόν, καλύπτοντας μάλλον υποσυνείδητα την λανθάνουσα ανάγκη μας για περιπέτεια. Ήταν πραγματικά τόσο τέλειο εκείνο το ταξίδι που η εμπειρία σου έδινε μια αίσθηση πληρότητας, με αποτέλεσμα να μην μας περάσει ποτέ απ’ το μυαλό η ιδέα να το επαναλάβουμε. Άλλωστε είμαστε κι οι δυο μας χαμένοι σε δουλειές και σε οικογενειακές υποχρεώσεις. Επιπλέον εγώ έχω παρατήσει το enduro απ’ το 1990 οδηγώντας χαλαρά Harley τα τελευταία 25 χρόνια ενώ ο Βασίλης δεν είχε καν μηχανή εδώ και άλλα τόσα χρόνια. Έτσι απλά τρεφόμασταν απ’ τις γλυκές αναμνήσεις μιας περιπέτειας που ζήσαμε στη νιότη μας, χαρούμενοι που την είχαμε ζήσει έντονα, χωρίς άλλες σχετικές φιλοδοξίες ή απωθημένα.

Road trip στη Πίνδο με Ducati

Η Ιδέα

Φέτος όμως, κλείνοντας τα 60 μου, ξαφνικά άλλαξαν όλα χωρίς να προλάβω να το καταλάβω! Τον περασμένο Μάιο, βρίσκοντας μια φωτογραφία απ’ την εξόρμηση που ήταν χρόνια θαμμένη σε σεντούκια, έκανα μια ανάρτηση στο Facebook όπου αναφέρθηκα σ’ αυτό το ταξίδι του 83. Τα σχόλια και η ανταπόκριση από νεότερους με εξέπληξαν. Αλλά το σχόλιο που μας έβαλε σε νέες περιπέτειες ήταν από τον φίλο και συνομήλικο Οδυσσέα Τσαγκάρη (άντε είναι ένα χρόνο νεώτερος, το τζόβενο) ο οποίος είπε απλά… “το κάνουμε ξανά;”.
Ομολογώ ότι όταν το διάβασα αυτό ήταν σαν να έπεσε βόμβα μέσα μου. Κοντοστάθηκα και αναρωτήθηκα το πώς δεν μου είχε περάσει ποτέ, μα ποτέ απ’ το μυαλό μου, να επαναλάβουμε τη μαγική αυτή διαδρομή, να δούμε πως είναι σήμερα έστω και με 4Χ4. Το προφανές δηλαδή, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν το σκέφτηκα ποτέ. Ούτε ο Βασίλης.

Η δεύτερη σκέψη που ήρθε επίσης ακαριαία και με ξεβόλεψε ευχάριστα, ήταν ότι είμαι στα 60 μου με αρκετά παραπανίσια κιλά, δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να βγάλω πλέον αυτό το ταξίδι με μηχανές. Όμως σίγουρα δεν θα γίνει πιο εύκολο στο μέλλον, άρα ας αδράξω την ευκαιρία να το αποτολμήσω τώρα, να προσπαθήσω να το φέρω στα μέτρα μου κάπως!

Αντίστοιχα η ιδέα της επανάληψης του ταξιδιού στο σήμερα, που έπεσε απ’ τον Οδυσσέα, βρήκε τον Βασίλη σε μια φάση που σκεφτόταν να αναβιώσει τη σχέση του με τις μοτοσυκλέτες, οπότε και αυτός ακαριαία πήρε μια θετική στάση. Άλλωστε η κοινή λογική έλεγε ότι η ίδια διαδρομή που κάναμε το 83, θα ήταν πλέον 90% άσφαλτος και 10% χώμα και μάλλον βατό, αλλά κι αν δεν ήταν, θα πηγαίναμε από κάπου αλλού. Κάπως θα το βολεύαμε…

Οργάνωση

Όπως είπαμε, απ’ τη μία εγώ οδηγώ μια Harley 350 κιλών που σίγουρα δεν κάνει για χώμα και ο Βασίλης δεν είχε μηχανή, άρα το πρώτο βασικό μας εμπόδιο ήταν να βρούμε δυο μοτοσυκλέτες κατάλληλες για το εγχείρημα και τα γέρικα κορμιά μας. Με τον Βασίλη να γράφει για αυτοκινητικά και άλλα στο Andro και εμένα ως influencer σε θέματα φαγητού και καλής ζωής (μου φαίνεται πολύ “δήθεν” αυτός ο τίτλος που μου έχει αποδοθεί, αλλά έχει και τα καλά του), η λογική σκέψη ήταν να απευθυνθούμε σε μια premium μάρκα μοτοσυκλετών και να τους προτείνουμε την ιδέα του PINDOS REVISITED και βέβαια η πρώτη που ήρθε και στους δύο στο μυαλό, ήταν η Ducati. Μια μάρκα-θρύλος με ιστορία και στιλ που μπορεί να κάνει έναν οποιονδήποτε μοτοσικλετιστή να ονειρευτεί και ειδικά έναν άνθρωπο στην ηλικία μας να νιώσει νέος, να νιώσει ότι μπορεί να δαμάσει θηρία, να νιώσει ότι έχει φτάσει στη κορυφή.

Οι άνθρωποι στη Ducati Hellas ενθουσιάστηκαν τόσο με την ιστορία της επανάληψης του συγκεκριμένου εγχειρήματος 36 χρόνια μετά, ώστε με συνοπτικές διαδικασίες μας πρόσφεραν δυο θεϊκές κόκκινες Ducati Multistrada 1260 με 160 HP (!!!) και τον βασικό εξοπλισμό ασφαλείας για το ταξίδι. Μέσω δε της μητέρας εταιρίας, KOSMOCAR, μας προσφέρθηκε επίσης ένα Skoda Karoq που το χρειαζόμασταν ως αυτοκίνητο συνοδείας και ασφαλείας, αλλά και για να κουβαλάει όλα μας τα πράγματα, ώστε να οδηγάμε άνετα. Ευχαριστούμε πολύ και τους δυο χορηγούς μας.

Road trip στη Πίνδο με Ducati  σχεδιαΜόλις εξασφαλίστηκαν τα μηχανοκίνητα, καλέσαμε στη παρέα εκτός απ’ τον Οδυσσέα, που είχε πρακτικά αυτοκαλεστεί με τη μηχανή του βάζοντας τη πρώτη φιτιλιά για το ταξίδι και τον παιδιόθεν φίλο, και γνωστό πλαστικό χειρουργό, Νίκο Τσακωνιάτη με τη δικιά του μηχανή (μεταξύ μας ένας γιατρός σε παρέα παλιμπαιδιζόντων 60άρηδων δεν είναι ποτέ κακή ιδέα…). Ο πέμπτος της παρέας ήταν ο επίσης φίλος Αλέξανδρος Κορέσσης, που θα αναλάμβανε το Skoda Karoq, αλλά σε μια ανάγκη θα μπορούσε να οδηγήσει και μια μηχανή. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η προετοιμασία στις αρχές Ιουλίου για να πραγματοποιηθεί το ταξίδι στα τέλη του μήνα μεταξύ 28/7 & 2/8. Μέρος της προετοιμασίας ήταν και καθημερινή γυμναστική για μένα, κυρίως σε κοιλιακούς για να μπορέσω να βγάλω τη διαδρομή και όλες τις άγνωστες προκλήσεις της (και δεν εννοώ τις γαστρονομικές προκλήσεις και τα τσίπουρα που τις αντιμετωπίζω με περισσή ευκολία).
Το πλάνο που φτιάξαμε με τον Βασίλη περιλάμβανε 4-5 ώρες οδήγησης την ημέρα με τις μισές το πρωί πριν το γεύμα και τις άλλες μισές το απόγευμα, και στάσεις ανά ώρα για ξεκούραση. Μείναμε σχεδόν απόλυτα πιστοί στην διαδρομή που κάναμε το 1983, αφού προσπαθήσαμε να πάρουμε πληροφορίες για τη κατάσταση των δρόμων σήμερα και φάνηκε ότι το βγάζουμε σε 6 μέρες, οπότε και κλείστηκαν ξενοδοχεία για κάθε βράδυ.

ANDRO STORY PINDOS REVISITED

Ducati Multistrada 1260

Τρεις μέρες πριν ξεκινήσουμε, παραλάβαμε τις δυο Ducati Multistrada 1260 προκειμένου να εξοικειωθούμε. Μετά από 25 χρόνια οδηγώντας αποκλειστικά Harley, η αίσθηση της Ducati ήταν για μένα εξωπραγματική. Σκεφτείτε ότι εγώ ήμουν πλέον συνηθισμένος σε ένα ήσυχο, χαμηλό όχημα με 66 χαλαρά αλογάκια, όπου άνοιγες το γκάζι και αργά αλλά σταθερά νιώθεις να κινείσαι λίγο πιο γρήγορα και το οποίο διαφέντευα με κουρασμένη αυτοπεποίθηση.

Road trip στη Πίνδο με Ducati

Με τη Ducati ξαφνικά ένιωσα σοκ και δέος, ένιωσα πρωτάρης. Καταρχάς οριακά μπορούσα να ανέβω στη σέλα της Multistrada από πλευράς ύψους και βέβαια η θέση οδήγησης ήταν μιας κανονικής μοτοσυκλέτας σε σχέση με την δίτροχη μπερζέρα που είχα συνηθίσει. Αλλά αφού βγήκα στο δρόμο συνειδητοποίησα ότι η απόκριση στο γκάζι και η δύναμη ήταν πολύ πέρα απ’ τις προσδοκίες μου και σίγουρα απ’ τις δυνατότητές μου ως αναβάτης πλέον. Ένιωσα ότι μου έδωσαν ένα εργαλείο υψηλών επιδόσεων που έπρεπε να βρω τον τρόπο να το φέρω στα μέτρα μου, μια και για να φτάσω εγώ στα δικά του μέτρα δεν υπήρχε περίπτωση στην ηλικία μου. Και η αλήθεια είναι ότι ευτυχώς η Ducati μπόρεσε να λειτουργήσει στα υποτονικά μου μέτρα και αποδείχτηκε στη πράξη πιο εύκολη απ’ ότι μου φάνηκε στην αρχή, με καταπληκτικό κράτημα που ξεπερνούσε τα λάθη μου και μου ενέπνεε σιγουριά παρ’ όλες τις ανασφάλειες που κουβαλούσα μέσα μου.

Η εξόρμηση

1η Μέρα: Αθήνα-Ναύπακτος

Φύγαμε Κυριακή απόγευμα για πρώτο ζέσταμα σε μια άνετη διαδρομή απ’ τη νέα εθνική οδό προς Πάτρα για να καταλήξουμε στη Ναύπακτο για διανυκτέρευση. Σταθερά με 130 συνειδητοποίησα πόσο ξεκούραστο είναι να έχεις cruise control σε μηχανή, δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό μου. Το περίεργο της βραδιάς ήταν ότι ενώ πήγαμε σε ψαροεστιατόριο, όλοι φάγαμε κρεατικά. Αλλά το ιδιαίτερα ενδιαφέρον ήταν ότι εκεί γνωρίσαμε τον Παντελή Αναγνωστόπουλο, ένα τύπο που έχει κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα σε ταξίδια με μοτοσυκλέτες εντός αλλά κυρίως εκτός Ελλάδας. Ομολογώ ότι μετά τη κουβέντα για τις εμπειρίες του, αυτό που ξεκινάγαμε εμείς, φάνταζε ξαφνικά πανεύκολο εκείνο το βράδυ, εκτός κι αν ήταν τα τσίπουρα που μίλησαν.

road trip στη Πίνδο με Ducati  σχεδια

2η  Μέρα: Ναύπακτος – Κορυσχάδες

Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε στην ορεινή Ναυπακτία, όπου περάσαμε το φράγμα του Ευήνου (το οποίο δεν υπήρχε το 1983). Ανεβοκατεβαίνοντας τα καταπράσινα βουνά και με συνεχείς στροφές αλλά χωρίς οδηγικές προκλήσεις, η διαδρομή ήταν ιδανική για να εξοικειωθεί κανείς με τη Ducati και ταυτόχρονα να μπει στο πνεύμα του ταξιδιού. Καθώς το απόγευμα περάσαμε στην Ευρυτανία ο Βασίλης μας έβγαλε για 1 χιλιόμετρο εκτός δρόμου, για να δούμε το πολύ ενδιαφέρον μνημείο Κοκκάλια. Ένα μνημείο που τιμά τη νικηφόρο μάχη, που έδωσαν το 279 π.Χ. οι Ευρυτάνες, Καλιείς και οι Αιτωλοί ενωμένοι, εναντίον 40 χιλιάδων Γαλατών που υπέστησαν τεράστιες απώλειες.

Οι Γαλάτες είχαν κατέβει στην Ελλάδα με 200,000 αγριάνθρωπους και αφού κατέκτησαν Μακεδονία και Θεσσαλία καταστρέφοντας τα πάντα, είχαν στόχο να καταλάβουν το μαντείο των Δελφών (για να κλέψουν τους θησαυρούς εικάζω, όχι να τσεκάρουνε το ωροσκόπιο τους). Όμως η στρατηγικής σημασίας ήττα στα Κοκκάλια τους έστειλε σπίτι τους, όσους λίγους επέζησαν δηλαδή. Η ονομασία Κοκκάλια προέρχεται μάλιστα απ’ τα άπειρα θρυμματισμένα κόκκαλα που βρίσκονται σκορπισμένα στη περιοχή.

Η δικιά μας μάχη με τις χιλιάδες στροφές ολοκληρώθηκε επίσης νικηφόρα, καθώς τ’ απόγευμα φτάσαμε στους όμορφους και ιστορικούς Κορυσχάδες δίπλα απ’ το Καρπενήσι, χωρίς να αφήσουμε τα κόκκαλά μας πουθενά, στη πρώτη ουσιαστική μέρα της εξόρμησης. Τα μόνα κόκκαλα με τα οποία ήρθαμε σε επαφή ήταν από χοιρινές μπριζόλες, αλλά μην το κάνουμε και θέμα… όταν έχεις κάνει 4 ώρες στροφιλίκια και έχει ανοίξει η όρεξη απ’ το πολύ το έλατο, όσο να΄ ναι δικαιούσαι το κάτι τις σου!

road trip στη Πίνδο με Ducati  σχεδια

3η Μέρα: Κορυσχάδες – Άγραφα- Λίμνη Πλαστήρα

Η τρίτη μέρα αποδείχτηκε και η πιο δύσκολη της εξόρμησης λόγω ανηφορικού χωματόδρομου . Έπρεπε να πάμε στα Άγραφα, το πιο απομονωμένο χωριό στην Ελλάδα ως και σήμερα, απ’ όπου ξεκινάνε τα όρη της Νότιας Πίνδου και μετά να περάσουμε πάνω απ΄ το τρίστρατο της Νιάλας για να μπούμε στη Θεσσαλία προκειμένου να καταλήξουμε στη λίμνη Πλαστήρα. Γύρω στα 25 χλμ πριν τα Άγραφα και καθώς ο δρόμος πάει παράλληλα με τον Αγραφιώτη ποταμό, τελειώνει η άσφαλτος και ο δρόμος γίνεται σαφώς πιο δύσκολος, χωρίς όμως να φτάσει να γίνει δύσβατος. Σε κάποια σημεία κοντά στα Άγραφα ο δρόμος είχε ψιλοπέσει και όπως θα δείτε στο βίντεο και στις φωτογραφίες μπουλντόζες τον έχτιζαν μπροστά μας. Η διαδρομή πάντως είναι εκπληκτική καθώς σε κάθε στροφή βλέπει κανείς πανέμορφες κορυφές των Αγράφων ή έχει θέα προς το ποτάμι από κάτω.

Φτάνοντας στα Άγραφα, εμείς κάναμε εκτενές πιτστοπ στη ταβέρνα του Νερόμυλου πριν το χωριό, για πέστροφες και μπλουμ στο ποτάμι, να πάρουμε φρέσκια ορμή για το επόμενο κομμάτι που φάνταζε αρκετά πιο δύσκολο. Η διαδρομή απ΄ τ’ Άγραφα στα 960 μέτρα, στη Νιάλα στα 1800 μέτρα υψόμετρο, ήταν χώμα χωρίς νεροφαγώματα μεν αλλά με μπόλικα χαλίκια και λίγες φυτεμένες πέτρες και κυρίως με αρκετές δύσκολες φουρκέτες που είχαν πολλά πετραδάκια που γλιστράνε. Επιπλέον, ειδικά από ένα σημείο και πάνω, υπήρχαν πολύ απότομα γκρέμια στις ευθείες, που σου έκοβαν την ανάσα. Ειδικά αν έχεις υψοφοβία, όπως εγώ! Οπότε η μάχη με το δρόμο αυτό πάνω στη Multistrada με ασφάλτινα λάστιχα δεν ήταν εύκολη, ειδικά για μένα, γιατί είχα να διαχειριστώ πολλά άλογα σε χώμα που γλιστρά, με μια ψυχολογία έντονου εσωτερικού φόβου, κυρίως λόγω της υψοφοβίας. Έτσι η μόνη λύση ήταν να πηγαίνω σαν κότα. Αποτέλεσμα αυτού όμως, ήταν σε μια φουρκέτα να μου σβήσει η μηχανή και λόγω κλίσης έπεσα μαλακά κάτω στο δρόμο, αλλά αυτό μάλλον έδρασε τελικά ως αγχολυτικό παρά ως πρόβλημα. Λόγω δε της πτώσης, η GoPro κάμερα στο κράνος μου μετακινήθηκε ελαφρά και δείχνει περισσότερο τον δρόμο και λιγότερο τον ορίζοντα, σε εκείνα τα κομμάτια της διαδρομής.

road trip στη Πίνδο με Ducati

Το κακό σ’ αυτό το κομμάτι ήταν πως επειδή η οδήγηση απαιτούσε το 100% της προσοχής στο δρόμο, δεν μπορέσαμε να απολαύσουμε την πραγματικά συγκλονιστική φύση που περιλάμβανε πολλές απ’ τις ψηλές κορφές των Αγράφων, οι οποίες ήταν ορατές στη διάρκεια της ανάβασης. Με τα πολλά όμως φτάσαμε στο περίφημο τρίστρατο της Νιάλας, το διάσελο που έπρεπε να καβαλήσουμε για να κατέβουμε στη συνέχεια με πολύ πιο ομαλές κλίσεις στη Θεσσαλία. Ό,τι και να πω για τη θέα απ’ αυτό το σημείο είναι λίγο, ένιωθες τη μαγεία της άγριας φύσης που χαρακτηρίζει τα Άγραφα.

Είναι πραγματικά κρίμα ότι σχεδιάζεται να μπουν ανεμογεννήτριες σε ένα τέτοιο μέρος σπάνιας φυσικής ομορφιάς, ένα απ’ τα ελάχιστα άσπιλα μέρη στην Ευρώπη. Όλοι θα έπρεπε κάποια στιγμή στη ζωή τους να κάνουν αυτή τη διαδρομή στη Νιάλα για να καταλάβουν τι σημαίνει Πίνδος και να συνειδητοποιήσουν ότι δεν θυσιάζεις αυτό το συγκεκριμένο τοπίο για πάρκο με ανεμογεννήτριες, στις οποίες σημειωτέον είμαι πολύ θετικός ως ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επί του γενικού. Αλλά όχι εδώ, χωρίς δεύτερη κουβέντα!

Απ’ τη Νιάλα προς λίμνη Πλαστήρα η διαδρομή συνεχίζει σε χώμα, αλλά πολύ πιο στρωτό και χωρίς απότομους γκρεμούς δίπλα, να επηρεάζουν τον ψυχισμό μου. Μαγικό σημείο η στροφή όπου ξαφνικά φάνηκε η λίμνη από μακριά. Επίσης μαγική στιγμή όταν πάνω στο φράγμα Πλαστήρα συναντήσαμε μια οικογένεια αλόγων με ένα γλυκύτατο πουλάρι. Λιγότερο μαγικό ήταν ότι ο Οδυσσέας έπαθε λάστιχο από μια τεράστια βίδα, αλλά ευτυχώς είχαμε κιτ για αποκατάσταση και τρόμπα και έτσι σε μισηώρα ήμασταν πίσω στο δρόμο έτοιμοι για φωτογραφικά ενσταντανέ στη λίμνη και λουκάνικα στο Ζαρνάβαλο, στα Καλύβια Πεζούλας.

4η  Μέρα: Λίμνη Πλαστήρα – Αχελώος – Χαλίκι – Ζιάκας Γρεβενών

Ο Βασίλης που έχει καταγωγή απ’ τα μέρη αυτά επέλεξε να μην κάνουμε την κανονική διαδρομή που περνά απ’ το Περτούλι και σε οδηγεί εντέλει στις πηγές του Αχελώου και στο Χαλίκι. Διάλεξε “για καλύτερα, είπε” εναλλακτική διαδρομή, πιο απαιτητική αλλά και πιο εντυπωσιακή από πλευράς φύσης, και έτσι πήγαμε απ’ τα Στουρναραίϊκα προς το ημιτελές φράγμα της Μεσοχώρας (θυμάστε τα περί εκτροπής του Αχελώου), που για μένα ήταν σκέτη θλίψη, καθώς εκπροσωπεί δεκαετίες στρεβλώσεων και λαθών στο πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικό μας σύστημα.

Είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις πια αν όλα αυτά τα χρήματα (μας) που ξοδεύτηκαν για να γίνει αυτό το φράγμα είχαν νόημα ή όχι, αν καλώς ή κακώς το έργο είναι σε αχρηστία, αν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες που το μπλόκαραν έχουν νόημα ή είναι απλά θέσφατα φανατικών αντιδραστικών κομματόσκυλων, αν αυτό ήταν τελικά ένα έργο πνοής με όραμα ή μια εμμονή κάποιων πολιτικών βασισμένη σε λάθος εκτιμήσεις… Κάποτε θάθελα να το καταλάβω ομολογώ και να πάρω και εγώ μια θέση τεκμηριωμένη, αλλά η στιγμή σίγουρα δεν ήταν τώρα. Γιατί το καλό με ένα τέτοιο road trip είναι ότι η δύναμη της ομορφιάς της φύσης που συναντάς στη διαδρομή, σε κάνει να ξεχνάς τέτοια σοβαρά ερωτήματα και να εστιάζεσαι στο δρόμο, και κυρίως στο πόσο η Πίνδος εξακολουθεί να έχει εκείνη την άγρια μαγεία που συναντήσαμε το 83 για πρώτη φορά.

road trip στη Πίνδο με Ducati

Μετά από ένα χωματόδρομο που μας πήγε απ’ το Αρματολικό ως τη γέφυρα Αλεξίου παράλληλα με τον Αχελώο, πιο εύκολο απ των Αγράφων αλλά που με κράτησε στη τσίτα, βρεθήκαμε πάλι σε ασφάλτινη διαδρομή που μας έφτασε σιγά-σιγά στο Χαλίκι, το τελευταίο Θεσσαλικό χωριό που συνορεύει με τα Τζουμέρκα προς Δυσμάς και την ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου από Ανατολάς. Ένα γεύμα στο διάσημο μπαρ-ρέστοραν La Verliga και βουρ για να περάσουμε ίσως το πιο ψηλό σημείο της συνολικής διαδρομής, τον αυχένα Μπάρος στο όρος Λάκμος στα 2000 μέτρα. Θυμάμαι το 83 που το ξαναπεράσαμε ο δρόμος ήταν όλο χώμα και ο αυχένας ήταν γεμάτος σούρες απ’ τον άγριο καιρό, αλλά τώρα μου φάνηκε πιο ήπιο. Το κατέβασμα προς το Ανήλιο δίπλα στο Μέτσοβο, τότε ήταν μια μαγευτική διαδρομή μέσα στα έλατα σε χώμα πούδρα. Η ίδια μαγεία και τώρα, αλλά ο δρόμος έχει πλέον γίνει άσφαλτος, αλλά χωρίς να διαπλατυνθεί σημαντικά, για λόγους περιβαλλοντολογικούς μια και τα έργα της διαπλάτυνσης θα ενοχλούσαν την άγρια ζωή που σφύζει στο βουνό. Εμείς βέβαια μόνο αγελάδες είδαμε και από άγρια ζωή το πιο κοντινό ήταν η παρέα μας, που ευτυχώς ήταν χορτασμένη και δεν έβγαζε βρυχηθμούς.

Το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής ήταν κυρίως από την Εγνατία οδό προς το χωριό Ζιάκας δίπλα στα Γρεβενά, όπου μας περίμενε μια υπέροχη πισίνα με κοκτέιλ και μερακλήδες ξενοδόχοι-εστιάτορες με ωραίους μεζέδες, κρασιά και τσίπουρα. Το γεγονός ότι συνάντησα εκεί πάνω και φίλους του Cucina Caruso το αποθέτω άνευ σχολιασμού για να μην θεωρηθώ επηρμένος.

5η Μέρα: Ζιάκας – Βασιλίτσα- Σαμαρίνα- Σμόλικας- Γράμμος – Πυρσόγιαννη

Απ τον Ζιάκα ανεβήκαμε πουρνό-πουρνό κατά τις 10 στη Βασιλίτσα που τώρα είναι ένα διάσημο χιονοδρομικό, αλλά το 83 που περάσαμε από εκεί υπήρχε απλά ένα καταφύγιο δίπλα σε ένα δύσκολο και λασπωμένο χωματόδρομο, όπου και κρυφτήκαμε κατά τη διάρκεια δίωρης χαλαζόπτωσης με βροντές και τα σχετικά φωτορυθμικά της φύσης. Σαν τώρα θυμάμαι τον Αστέριο Ανθούλη, ένα τοπικό βοσκό με προφορά και χιούμορ “Χατζηχρήστου σε ρόλο βλάχου”, ο οποίος τότε μας είχε κρατήσει συντροφιά με τις καταπληκτικές ιστορίες του μέχρι να κοπάσει η μπόρα. Αυτή τη φορά, η λιακάδα μας έστειλε με συνοπτικές διαδικασίες προς τη Σαμαρίνα. Όπως και το 83, νιώσαμε ότι το γεγονός ότι είναι ένα απ’ τα πιο ψηλά χωριά στην Ελλάδα για το οποίο έχουν γραφτεί τραγούδια και αποτελεί θρύλο, δεν ανταποκρίνεται  στην ανέμπνευστη επιεικώς εικόνα του αρχιτεκτονικά. Αντιθέτως, η διαδρομή μετά τη Σαμαρίνα προς το διάσελο του Σμόλικα, του δεύτερου ψηλότερου βουνού στην Ελλάδα ήταν μαγευτική. Το ίδιο και η κατάβαση που επιλέξαμε προς το Κεράσοβο ή άλλως Αγία Παρασκευή, όπου και είχαμε ένα υπέροχο γεύμα με αυγουλάκια τηγανητά και σαλάτες.

road trip στη Πίνδο με Ducati

Αφού φάγαμε μερικές ψιχάλες, το τελευταίο μπράφ για να ολοκληρώσουμε τον στόχο μας, ήταν το να φτάσουμε στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης στο Γράμμο. Έτσι μπήκαμε στην εθνική οδό Κοζάνης –Ιωαννίνων και κοντά στο Επταχώρι στρίψαμε βόρεια στην ορεινή οδό Επταχωρίου-Νεστορίου. Είναι η τρίτη φορά που περνάω αυτό το δρόμο (αυτή τη φορά για μικρό κομμάτι) και έχω να σας πω ότι είναι απ’ τις ωραιότερες διαδρομές που μπορείτε να κάνετε στην Ελλάδα με μηχανή ή αυτοκίνητο και σαν φύση αλλά και οδηγικά. Σε κάποιο σημείο η διαδρομή για το Πάρκο μας βάζει σε ένα μαγευτικό χωματόδρομο στο δάσος και μετά από μια ήπια διαδρομή φτάσαμε στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης, το σημείο που ορίσαμε συμβολικά ως το τέλος της εκδρομής διάσχισης της Πίνδου. Εκεί μέσα σε ένα πραγματικό οργασμό της ορεινής φύσης κι’ ανάμεσα σε δύο όμορφα κτίρια που χτίστηκαν με χρήματα των φορολογουμένων για να γιορτάσουν την εθνική συμφιλίωση, αλλά ως έργο δεν δείχνουν να έχουν ουσιαστική χρησιμότητα, τελείωνε η αποστολή μας.

Καθώς οι μηχανές έσβησαν και το μόνο που ακούγονταν ήταν ζουζούνια και πουλιά, άρχισε να μας γεμίζει πρώτα η χαρά της ολοκλήρωσης του εγχειρήματος και στη συνέχεια μια στενοχώρια καθώς όλο αυτό τέλειωνε.

Η μέρα τέλειωσε στην πανέμορφη Πυρσόγιαννη, το πιο μεγάλο απ’ τα μαστοροχώρια της Ηπείρου, στο ξενώνα Αρμολόι, όπου μας περιποιήθηκε με πολύ κέφι η Βίκυ Κιάφα και μας μαγείρεψε η μάνα της, η κα Ευδοκία, και οι δύο οπαδοί του Cucina Caruso παρακαλώ. Αυτό ήταν με διαφορά, το καλύτερο γεύμα της εκδρομής, με εξαιρετικά φίνους μεζέδες κάτω απ το πλατάνι. Και με τη ψυχολογία της ολοκλήρωσης του εγχειρήματος να μας έχει στα τσακίρ κέφια μας (εντάξει δε χορέψαμε κιόλας).

road trip στη Πίνδο με Ducati

6η μέρα: Απόπειρα προς μνημείο Γράμμου 2520 – Κόνιτσα – Μενίδι – Ρίο – Αθήνα

Την τελευταία μέρα κάναμε το πρωί μια απόπειρα προς το μνημείο του Γράμμου όπου είχαμε ολοκληρώσει την εκδρομή το 1983, αλλά αφού φτάσαμε μετά το Πληκάτι, στη γέφυρα που τελειώνει η άσφαλτος, διαπιστώσαμε ότι η κατάσταση του δρόμου για τα 17 χιλιόμετρα προς το μνημείο ήταν απολύτως απαγορευτική για τις δικές μας μηχανές. Οπότε άρχισε ο μακρύς δρόμος του γυρισμού. Με στάση στο Μενίδι στον Αμβρακικό για βουτιά και γαρίδες και συνολικά 8ωρο καβάλημα μέχρι τα σπίτια μας, η αποστολή ολοκληρώθηκε. Μια βδομάδα μετά, άρχισε να περνάει και το πιάσιμο στα ευαίσθητα καπούλια μου, απ’ το πολύωρο κάθισμα πάνω στη μηχανή…

και ο βαθυστόχαστος (must read) επίλογος…

Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η Πίνδος είναι τόσο όμορφη όσο την είχαμε αφήσει πριν 36 χρόνια. Ευτυχώς το τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί (ακόμη) από άστοχες ανθρώπινες παρεμβάσεις κι όπου άλλαξε κάπως, δεν έγινε εις βάρος της φύσης. Ελπίζω ότι οι ανεμογεννήτριες δεν θα μπουν τελικά στα Άγραφα, είναι πραγματικά κρίμα, αν και μεταξύ μας, χλωμό το βλέπω απ’ τη στιγμή που έχει εγκριθεί και ξεκινήσει η επένδυση. Στη διαδρομή που κάναμε ξεχώρισαν για μένα τέσσερα κομμάτια που συνιστώ σε όλους να βρουν την αφορμή και να τα κάνουν: Πρώτα, το δύσκολο κομμάτι απ’ το ποταμό Αγραφιώτη στα Άγραφα, το ανέβασμα στη Νιάλα και από εκεί το κατέβασμα στη Λίμνη Πλαστήρα (πέρασμα απ’ την Ευρυτανία στη Θεσσαλία). Επόμενο, το ανέβασμα προς Χαλίκι και τον αυχένα Μπάρος στο Λάκμο, και το κατέβασμα προς Ανήλιο (πέρασμα απ’ τη Θεσσαλία στην Ήπειρο). Μετά ήταν το ανέβασμα από Σαμαρίνα στο Σμόλικα και το κατέβασμα προς Κεράσοβο. Και βέβαια η τελευταία διαδρομή στο δρόμο Επταχωρίου-Νεστάνης που σε οδηγεί στο πάρκο εθνικής Συμφιλίωσης του Γράμμου . Ο δρόμος αυτός, αν δεν στρίψεις προς το Πάρκο, συνδέει την Ήπειρο με τη Δυτική Μακεδονία, περνώντας πάνω απ’ το όρος Βόρρας και επαναλαμβάνω ότι είναι απ’ τις ωραιότερες ορεινές διαδρομές στην Ελλάδα.

road trip στη Πίνδο με Ducati

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως μια παρέα γερόλυκων έσπασε τη ρουτίνα της και έκανε το κέφι της ζώντας μια καλή δόση περιπέτειας με σύνεση και χωρίς ρίσκα, μόνο και μόνο γιατί είχε θετική προδιάθεση απέναντι στη πρόκληση του να ακολουθήσει τα χνάρια της διαδρομής του 83. Παρακολουθώντας τα social media και βλέπωντας και πόσος κόσμος μου έχει μιλήσει όλο το καλοκαίρι γι’ αυτό, ξέρω ότι αποτελέσαμε έμπνευση για πάρα πολύ κόσμο. Πολλοί ζήλεψαν αυτό που κάναμε, πολλοί θα θελαν να είναι μαζί μας και ελπίζω πραγματικά πολλοί να αποπειραθούν είτε με μηχανές, είτε με αυτοκίνητο να διασχίσουν τη Πίνδο και να νιώσουν τη μαγεία της ορεινής Ελλάδας. Όλο το νόημα της δημοσιοποίησης μιας “ιδιωτικής” εκδρομής της παρέας μας είναι να αποτελέσει έμπνευση για άλλους να το δοκιμάσουν μια και έχουμε τη τύχη να έχουμε πολλούς αναγνώστες και followers. Παρεμπιπτόντως ο πρώτος που εμπνεύστηκε απ’ όλο αυτό, ήταν ο ίδιος ο Βασίλης που μόλις παρέλαβε την νέα του Ducati Multistrada και ξαναμπαίνει στο κλαμπ των ενεργών μοτοσικλετιστών με στόχο όλο και περισσότερα road trips. Watch this space…

Το τρίτο και πιο σημαντικό συμπέρασμα για μένα είναι καθαρά εσωτερικό, ψυχολογικό και φιλοσοφικό και έχει να κάνει με τους προβληματισμούς της ηλικίας μου και γενικώτερα με τους μεσήλικες. The comfort zoneΚαθώς τα χρόνια περνάνε τείνουμε να γινόμαστε θύματα της συνήθειας και της βολής, τείνουμε να θέλουμε να περιβαλλόμαστε από ένα κόσμο οικειότητας που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς και άνετα. Που είναι μεν πολύ ωραίο γιατί έχει μέσα του το καταστάλαγμα της ωριμότητας, αλλά ταυτόχρονα είναι και τρομερά εγκλωβιστικό. Μας κάνει να φοβόμαστε να ξεπεράσουμε την Comfort zone μας και να τολμήσουμε μια νέα πρόκληση, κάτι που δεν έχουμε κάνει ποτέ ή κάτι που δεν έχουμε κάνει για καιρό. Και για να αισθάνεσαι νέος, να αισθάνεσαι ότι αξίζουν τα χρόνια που ζεις, πρέπει κάθε τόσο να τολμάς να ξεπεράσεις το οικείο, να τολμάς να δοκιμάσεις κάτι που σου δίνει νέες προκλήσεις, απαιτεί νέες δεξιότητες,. Αυτές οι μικρές εξαιρέσεις στον κανόνα της ήσυχης ζωής είναι που δίνουν νεανικό τόνο, μας αναζωογονούν και μας δίνουν ένα βαθύ αίσθημα ικανοποίησης γιατί τολμήσαμε και κάτι καταφέραμε… έστω ένα ταξίδι με φίλους στη Πίνδο με μηχανές!

Έτσι αυτό το ταξίδι δεν ήταν για μένα απλά όμορφες εικόνες άγριας φύσης και ωραίες φάσεις με τις μηχανές και πλάκες με την αντροπαρέα. Ήταν ένας τρόπος να ανανεωθώ, να ξεπεράσω φόβους, να νιώσω ότι μετά από 36 χρόνια μπορώ να ξαναζήσω μια νεανική εμπειρία που την έφερα στα μέτρα μου, να νιώσω ότι με παίρνει να τολμάω κάτι έξω απ’ τη ρουτίνα μου. Και αυτό ήταν κάτι που έχει βαθύτερο νόημα και αξία, καθώς σου φτιάχνει μια θετική προδιάθεση για νέες εμπειρίες και προκλήσεις, γεμίζοντάς σε με αυτοπεποίθηση. Το ηθικό δίδαγμα λοιπόν προς βολεμένους μεσήλικες είναι:

Ξεβολευτείτε και τολμήστε κάτι για πρώτη φορά!
(καλά για μας ήταν δεύτερη αλλά μετά 36 χρόνια, η πρώτη θεωρείται παραγραφείσα).

Οι φωτογραφίες είναι σχεδόν όλες του Αλέξανδρου Κορέσση και κάποιες δικές μου. Το βίντεο γυρίστηκε με μια GoPro4 που είχα συνήθως στο κράνος μου και μονταρίστηκε από τον καλό συνεργάτη Αναστάση Παπαγκέλη. Η Ducati μου δυστυχώς επεστράφη στην αντιπροσωπεία. Άντε και του χρόνου…

Διασχίζοντας τη Πίνδο με Ducati, 36 χρόνια μετά τη πρώτη φορά 4.89/5 (97.78%) 9 votes

Εραστής των απολαύσεων της ζωής, διαφημιστής κατ' επάγγελμα, υπερήφανος πατέρας τριών κοριτσιών, με πολλά ετερόκλητα ενδιαφέροντα και εμπειρίες στα 55 χρόνια που συμμετέχω στη κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας και άλλων κωμοπόλεων Ευρώπης και Αμερικής. Έχω μάθει να περνάω καλά με πολλά, αλλά και με λίγα, με μια ανεπαίσθητη προτίμηση στην άνεση, να τ' ομολογήσω. Ασχολούμαι καθημερινά με τη μαγειρική απ' τα 25 μου και με τον καιρό αυτή απασχολεί όλο και μεγαλύτερο ποσοστό των νευρώνων του εγκεφάλου μου, κάτι που ελπίζουμε να οφείλεται στο πάθος και όχι στην μείωση των κυττάρων. Αν πληρωνόμουν για τα πάθη μου (και τα λάθη μου) θα ήμουν μέγας χορηγός του δημοσίου χρέους. Το γεγονός ότι φίλοι, γνωστοί αλλά και τα παιδιά μου με αποκαλούν “chef” με ιντριγκάρει ως προς το τι μπορεί να γίνω όταν επιτέλους ενηλικιωθώ. Λατρεύω το καλό σπιτικό φαγητό, απεχθάνομαι τις μετριότητες και όσο κι αν βασίζομαι στη δημιουργικότητα, τη γνώση και την τέχνη, θέλω παράλληλα να γνωρίζω το επιστημονικό “γιατί” πίσω απ' τη μαγειρική και όχι μόνον. Όσο μαθαίνω νιώθω ζωντάνια, όσο δημιουργώ και προσφέρω, αποκτώ λόγο ύπαρξης.

3 Comments

  • Reply September 27, 2019

    Frossia Kalogeropoulou

    Εξαιρετική περιγραφή!!!Ωραίο εγχείρημα!!!Εύχομαι νέες κατακτήσεις!!!!

  • Reply September 27, 2019

    Eleanna Koti

    Φανταστικές διαδρομές σε μοναδικά τοπία!Πολύ χαίρομαι για σας!Η Πίνδος μας δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο.Κατάγομαι από χωριό των Αγράφων και ο έρωτας με τον τόπο αυτό δεν περιγράφεται. Χαίρομαι που αποδοκιμάζετε την τοποθέτηση ανεμογεννητριών στις βουνοκορφές μας.Πολλοί από εμάς αντιστεκόμαστε με όποιο τρόπο μπορούμε, πολύ φοβάμαι όμως πως το πόδι των εργολάβων θα καταφέρει δυστυχώς να σπιλώσει αυτό το παρθένο μέρος…

    • Είμαι υπέρ της προόδου και της αιολικής ενέργειας, αλλά θεωρώ ότι κάποια τοπία στην Ελλάδα δεν θα έπρεπε να επηρεαστούν, γιατί μένοντας αγνά παράγουν δυνητικά μεγαλύτερη αξία για τον τόπο.

Leave a Reply

Leave a Reply